Πάλι ήρθαν εκείνοι οι μαντατοφόροι στον ύπνο μου.
Μιας πολιτείας ανήλιαγης και σκοτεινής.
Όμοιες σκιές ή πεταλούδες που αφήνουν ως αποτύπωμα της παρουσία τους
ένα φευγαλέο θρόισμα…
Χρόνια είχαν να με συναντήσουν…
Σίγουρα με είχαν ξεχάσει
από μια παρεξηγημένη αχρηστία
(αντίθετα εγώ πάντα σημείωνα κάτω από κάθε υπογραφή μου
πως είμαι ζωντανός και κάποια στιγμή θα επανέρθω.
- Κανείς δε με πίστευε τότε.)
Ήρθαν ακόμα και στο ξύπνιο μου, πηδώντας σαλταδόρικα
με μια καχυποψία, για να δοκιμάσουν το ανορθωμένο σώμα μου,
καθώς εγώ λείαινα το πιο καθάριο βλέμμα μου στον ορίζοντα
για να διαπεράσω την ψυχή σου στην επόμενη πανσέληνο.
Χρόνια είχα να τους συναντήσω…
Ψιθυριστές, μαχαιροβγάλτες, ύπουλοι μέχρι θανάτου,
μου έφεραν τα πάνω κάτω πετώντας μου στο στόμα ένα νόμισμα.
«Για να περάσεις ως τον Άδη», φώναξαν γελώντας.
Τους ξέρω από παλιά.
Εμείς οι ποιητές πάντα έχουμε ένα παράξενο αυτί.
-Πόσες φορές γέρνοντας το κεφάλι σου επάνω μου
δεν άκουγες αυτή την αλλόκοτη οχλοβοή που συνελάμβανα;
Για να πω την αλήθεια μου, κι εγώ τους είχα ξεγράψει……
Bασίλης Παπαμιχαλόπουλος
Filed under: ποίηση











http://www.hamogelo.gr/


http://www.wwf.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=31&Itemid=65




Που ακούμπησες τα λευκά σου φτερά και έγιναν γκρίζα; ρώτησε τον γλάρο μια πεταλούδα.
- Πέρασα από την σκέψη ενός πικραμένου...
ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ

































