Κανένα θεατρικό είδος δεν είναι τόσο συνδεδεμένο με τη νοσταλγία όσο η παντομίμα. Ήδη από το 1897, ο Τζορτζ Μπέρναρ Σο (George Bernard Shaw) θρηνολογούσε για την παρακμή του είδους και την αντικατάστασή του από μια «γυαλιστερή, φασαριόζικη κενότητα»· τρεις δεκαετίες νωρίτερα, στην αυτοβιογραφία του, που την επιμελήθηκε κάποιος νεαρός ονόματι Κάρολος Ντίκενς (Charles Dickens), ο κλόουν Τζόζεφ Γκριμάλντι (Joseph Grimaldi), είχε ανακηρύξει την παντομίμα νεκρή και αναλογιζόταν με ευχαρίστηση «τις απολαύσεις, τις απειράριθμες απολαύσεις» που του είχαν προσφέρει τα θεάματα των παιδικών του χρόνων. Το 1883, οι «τάιμς του Λονδίνου» κατήγγειλαν οργίλα «τη μόλυνση των ηθών των διακοπών των Χριστουγέννων, υπό την επήρεια του μιούζικ-χολ».
Από αυτήν την άποψη είναι αρκετά ειρωνικό που η σύγχρονη παντομίμα αξιοποιεί σήμερα προς ίδιον όφελος τα υπολείμματα του αρχαϊκού πια, και γελοιοποιημένου μιούζικ-χολ, με τρόπο αρκετά έκδηλο π.χ. στις μεγάλες σκωτικές παντομίμες στο Εδιμβούργο και τη Γλασκόβη, αλλά και στην πολύ πιο νοθευμένη εκδοχή του «Τζακ και της φασολιάς» στο «Χάκνεϊ εμπάιρ» ή το «βασιλικό θέατρο του Γιορκ».
Οι αστέρες του μιούζικ-χολ των τελών του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, που αξιοποίησαν την παντομίμα προσθέτοντάς της το στιλ τους και τα τραγούδια τους, ήταν το ανάλογο των σημερινών τηλεοπτικών διασημοτήτων, σαν την Πάμελα ‘Αντερσον (Pamela Anderson), τον Τζον Μπάροουμαν (John Barrowman) και τον Τζούλιαν Κλάρι (Julian Clary), που τις λίγες εβδομάδες πριν τα Χριστούγεννα κερδίζουν αμοιβές… ποδοσφαιριστών στις μεγάλες πανηγυριώτικες παραστάσεις της περιόδου.
Η παντομίμα επιβίωσε διότι είναι ευμετάβλητη και εκφραστική. Αντί να παγιδευτεί σαν το κουνούπι στο κεχριμπάρι, δεν έπαψε να εξελίσσεται, από τις «Αρλεκινάδες» του 18ου αιώνα και το μιούζικ-χολ στις σημερινές κωμικές και ενίοτε μαγικές παραστάσεις. Η παντομίμα είναι ταυτόχρονα κλασική και πρωτοποριακή. Ακριβώς όπως η εξοικείωσή μας με τις σαιξπηρικές παραστάσεις όχι μόνο δεν μας προκαλεί πλήξη, αλλά αυξάνει την ευχαρίστηση, έτσι και στην παντομίμα, ένα μέρος της ευχαρίστησής μας προκαλείται από τη δεδομένη αλληλουχία της και από το ότι ξέρουμε τι ακολουθεί. Στις πλέον σπινθηροβόλες σύγχρονες παντομίμες, κάπου μέσα στο σκοτάδι, πλανιέται ακόμα σήμερα το χαμογελαστό φάντασμα του Γκριμάλντι.
Το γεγονός πως αποτελεί σε τέτοιο βαθμό αναπόσπαστο στοιχείο των παιδικών μας χριστουγεννιάτικων αναμνήσεων, ίσως να εξηγεί γιατί η παντομίμα λάμπει με τόση λαμπρότητα στο μυαλό μας, πράγμα βέβαια που σημαίνει πως ταυτόχρονα κατακρίνουμε κάπως τις σύγχρονες εκδοχές της. Αλλά θεωρώ πως σήμερα η παντομίμα βρίσκεται σε πολύ καλύτερη κατάσταση από ότι τη δεκαετία του ’80 και του ’90. Υπήρξε μια αναβίωση του ενδιαφέροντος για το είδος από σοβαρούς παράγοντες. Ο θεατρικός όμιλος «λύρικ Χάμερμιθ» ανέβασε παντομίμες για δεύτερη συνεχή χρονιά με τον Ντικ Ουίτινγκτον (Dick Whittington), ενώ οι παραδοσιακοί προμηθευτές παντομίμας, όπως το «Νότιγχαμ πλεϊχάουζ» πάνε από το καλό στο καλύτερο, με παραστάσεις σαν τη «μαμά-χήνα». Αλλά σήμερα διαθέτουμε και μερικές έξοχες «κυρίες» του είδους, που τις παίζουν ηθοποιοί σαν τους Κλάιβ Ρόου (Clive Rowe) και Μπέρουικ Κέιλερ (Berwick Kaler). Είναι αλήθεια πως δεν παίζουν σαν τους παλιότερους -σαν τον Νταν Λίνο (Dan Leno) ή τον ‘Αρθουρ ‘Ασκεϊ (Arthur Askey)- αλλά κανείς δεν περίμενε να το κάνουν αυτό, όχι πάντως περισσότερο από ότι περιμένουμε από το Σάιμον Ράσελ Μπιλ (Simon Russell Beale) να παίζει σαν το Λόρενς Όλιβιε (Laurence Olivier).
Για πολυάριθμα παιδιά, η παντομίμα εξακολουθεί να είναι η μόνη θεατρική τους εμπειρία. Στις καλύτερές της στιγμές όμως, η παντομίμα αφυπνίζει την παιδικότητα όλων μας. Πάντα με χαροποιεί η ιδέα πως η πιο χαρακτηριστικά βρετανική μορφή τέχνης αναδεικνύει ένα τέτοιο αίσθημα νεανικής και άγριας αναρχικότητας. Συντάσσομαι με τον ποιητή του 19ου αιώνα Λι Χαντ (Leigh Hunt), που δήλωνε: «όποιος λέει πως δεν του αρέσει η παντομίμα, είτε λέει ψέματα, είτε δεν είναι τόσο σώφρων όσο παριστάνει… Το να μην σου αρέσει η παντομίμα είναι σαν να μη σου αρέσει η αγάπη ή οι διακοπές, σαν να έχει ξεχάσει πως κάποτε ήμαστε όλοι μας παιδιά».
Η Λιν Γκάρντνερ είναι θεατρολόγος
Filed under: BINTEAKIA,ΑΠΟΨΕΙΣ,ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ











http://www.hamogelo.gr/


http://www.wwf.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=31&Itemid=65




Που ακούμπησες τα λευκά σου φτερά και έγιναν γκρίζα; ρώτησε τον γλάρο μια πεταλούδα.
- Πέρασα από την σκέψη ενός πικραμένου...
ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ
































