• GAIVOTAS

    Να’ μουν πουλί θαλασσινό να ‘ρχόμουνα όπου είσαι…

    Choose your languageto translate

    Πάνω από τις πατημασιές που αφήνουν οι οπλές των αλόγων

    καθώς οι άνθρωποι έφιπποι καλπάζουν

    ακολουθώντας τα τύμπανα της παραφροσύνης

    θα σκορπίζω τις στιγμές μας αγάπη μου σβήνοντας έτσι

    -αν και με πόνο- τα ίχνη από το μάταιο τούτο σπαραγμό.

    Για τους μακρινούς απόγονούς μας,

    όταν από ανάγκη κάποτε θα θελήσουν να μας πάρουν το κατόπι….

    μη και ματώσουν σε τούτους τους θρυμματισμένους καιρούς που αγαπηθήκαμε….

    Β.Π

  • free counters

    ΕΦΗ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ

    gefi@otenet.gr

  • Blog Stats

    • 299,111 hits
  • Στον καθρέφτη του νερού Δυσπιστείς Την ίδια σου την όψη

  • ΣΗΜΕΡΑ ΓΙΟΡΤΑΖΕΙ

  • ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ…

  • Μπορεί αυτός ο κόσμος να είναι ένα λάθος αλλά οι κερασιές ανθίζουν

  • ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ – SOS 1056

  • Αγέραστες οι δίνες. Ο κύκλος αγέραστος σαν πνεύμα που περιφέρει τα ρόδια του από γενιά σε γενιά, αφήνοντας σαν χνάρι, το πουκάμισό του φιδιού, να περπατήσεις ο απόγονος, να ξεγελάσει το Μινώταυρο και να αγκαλιάσει το φως και σένα!!!

  • WWF

  • Συγκεντρώνω τους πόθους μας, έτσι έξω από τους προμαχώνες έχω την πολιτεία μας στην καρδιά και έναν αόρατο στρατό με άρματα και άλογα βάζω στα δικά σου χέρια

  • Αρχείο

  • XAMOΓΕΛΑΣΤΕ

  • Πήγαινε στην παραλία σκύψε στη θάλασσα … ξεκίνα να μετράς τις σταγόνες του νερού.... Τόσο πολύ σ’αγαπώ!!!

  • Γ.ΡΟϊΛΟΣ 1867-1928

    Γ.ΡΟϊΛΟΣ 1867-1928 Οι ποιητές (π. 1919)

    Το DNA του Ποιητή

    Μίνα Παπανικολάου

    “Στα βιβλία της ζωής, που δεν γράφτηκαν ακόμα, στο αίμα των Ποιητών που θα ρέει πάντα ταγμένο στην Ουτοπία, στο θάνατο που νικήθηκε από το δάκρυ της αγάπης, στα παλάτια που χτίσαμε, αποκλείοντας τα σκοτάδια, στο Φως, Νυν και Αεί”
     
  • Κικλήσκω μέγαν, αγνόν, εράσμιον, ηδύν έρωτα, τοξαλκή, πτερόεντα, πυρίδρομον, εύδρομον ορμή, συμπαίζοντα θεοίς ηδέ θνητοίς ανθρώποις, ευπάλαμον, διφνή, πάντων κληίδας έχοντας

  • SYNC BLOGS

  • γλάροςΠου ακούμπησες τα λευκά σου φτερά και έγιναν γκρίζα; ρώτησε τον γλάρο μια πεταλούδα. - Πέρασα από την σκέψη ενός πικραμένου... ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ

  • Σώπασε…
    ένα σκυλί αλυχτάει μέσα στη νύχτα..
    Σώπασε…
    ένας κάδος απορριμμάτων
    λεηλατείται στα μουλωχτά έξω από την πόρτα μας.
    Σώπασε....
    Ένα κλάμα παιδιού σέρνεται στο δρόμο σα φίδι.
    Σώπασε…
    Δεν έχω πια λέξεις.
    Τις σκόρπισα όλες σε μικρές-μικρές φλογίτσες
    και περιμένω, βουβά να με αγκαλιάσεις απόψε…..
    ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ
  • ΑΝΕR' S TATTOO

    ΝΕΡΑΪΔΑ ΜΟΥ

    Kοιτώ τα μάτια σου και ταξιδεύω σε χίλιες παραμυθιένες λίμνες....

    μα πάντα μια η νεράϊδα....

    ΕΣΥ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ!!!!!!!

  • ''Άς χαρίσουμε στην λογική αλήτικες φτερούγες''

    Π.Ελυάρ

    Kι΄αμα πηδάω κάθε νύχτα

    από την κορυφή της λύπης μου δεν είναι απο συνήθεια ειναι γιατί η αλήθεια, κύριοι, προϋποθέτει ύψος.

    Γ.Στίγκας

    ΤΟ ΦΕΥΓΙΟ ΤΟΥ ΠΕΛΑΡΓΟΥ

    Μου μοιάζουνε οι πελαργοί

    σαν την ψυχή του ποιητή

    που και να θέλει δεν μπορεί

    στον τόπο του να μένει...

  • το πρώτο μου βραβείο

    ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΞΙΑΓΑΠΗΤΟΥ BLOG http://www.sync.gr/takis012/

Στην πιάτσα των κτιστών

 

Οι οικοδόμοι της Αθήνας είχαν ανέκαθεν ως σημεία συνάντησης, τις λεγόμενες «πιάτσες»,  συνήθως καφενεία πέριξ της πλατείας Ομονοίας. Η κάθε ειδικότητα είχε  τη δική της πιάτσα. Εκεί πολύ νωρίς το πρωί, πριν χαράξει η μέρα μαζεύονταν οι μάστορες και οι εργάτες. Άλλοι για να πιούν ένα καφέ και να δουν δυο φίλους πριν κινήσουν για το μεροκάματο, άλλοι για να βρουν το μεροκάματο. Από την πιάτσα θα περάσουν ο εργολάβος, ο ιδιοκτήτης ή ο εργοδηγός, όλοι για τον ίδιο λόγο. Εδώ θα βρουν τεχνίτες  και εργάτες να δουλέψουν στο γιαπί.

Στα τέλη της δεκαετίας του ΄70 και αρχές του ΄80 οι μπετατζήδες είχαν για πιάτσα το καφενείο «η συνάντηση» στην πλατεία Κοτζιά. Οι σιδεράδες σύχναζαν στον «Μεγαλέξανδρο»,στην γωνία της οδού Πειραιώς, στην Ομόνοια.
Οι σοβατζήδες στο «Αθήναιον», «που συχνάζουν άντρες της σκληρής δουλειάς και της σκληρής ζωής, από τα ξημερώματα…»* επίσης στην πλατεία Ομονοίας. Οι μπογιατζήδες μαζευόντουσαν στην οδό Βερανζέρου. Οι μωσαϊκοί-μαρμαράδες στο υπόγειο καφενείο της οδού Αιόλου στα Χαυτεία δίπλα στο ταχυδρομείο.

Παράλληλα σαν πιάτσες μικρότερου βεληνεκούς λειτουργούν κι άλλα καφενεία: «το στέμμα» στην οδό Σατωβριάνδου, «η Πίνδος» και «η Ζίτσα» στην οδό Βερανζέρου και άλλα, όλα γύρω από την πλατεία Ομονοίας.

Στη γωνία της οδού Δώρου επί της πλατείας Ομονοίας, στο ισόγειο του ξενοδοχείου «Κάρλτον», βρισκόταν από το 1920 το ιστορικό καφενείο «ΝΕΟΝ». Εδώ είναι η πιάτσα των κτιστών.

Ήμουν δεκατριών όταν ο πατέρας μου με πήγε εκεί για πρώτη φορά. Μέσα στη νύχτα περπατήσαμε τη διαδρομή από το τέρμα του λεωφορείου στην πλατεία Βάθη μέχρι την Ομόνοια. Πεντέμισι το πρωί και οι δρόμοι ήταν άδειοι. Ώσπου φτάσαμε στην πλατεία. Κόσμος πολύς συγκεντρωμένος έξω από το «Νέον», μια παραφωνία σε σύγκριση με την ερημιά της διαδρομής. Ο πατέρας μου χαιρέτησε πολλούς συναδέλφους του μέχρι να φτάσουμε στην είσοδο του καφενείου.

Φάνταζε τεράστιο στα μάτια μου. Αχανές. Μου έκαναν εντύπωση το βουητό από τις φωνές του κόσμου που ήταν σαν από μελίσσι και τα αμέτρητα, ασφυκτικά γεμάτα μαρμάρινα τραπέζια μολονότι η ώρα δεν ήταν ούτε έξι. Οι τοίχοι από λαδομπογιά που είχαν κιτρινίσει με το πέρασμα του χρόνου, καλύπτονταν σε διάφορα σημεία από μεγάλους καθρέφτες και τα ταβάνια του στέκονταν πολύ ψηλά γεμάτα ανάγλυφες παραστάσεις. Ένας μεγάλος θορυβώδης ανεμιστήρας ανάμεσα στη τζαμαρία προσπαθούσε να διώξει τον καπνό από τα τσιγάρα των θαμώνων.

Οι σερβιτόροι κρατώντας τις βαριές παραμάνες**, σέρβιραν με νευρικές κινήσεις τους βιαστικούς οικοδόμους. Είχαν τους καφέδες (ελληνικούς) έτοιμους κατά δεκάδες και άδειαζαν τους δίσκους, ρωτώντας για τη ζάχαρη, εν ριπή οφθαλμού. Ήξεραν πως οι πελάτες τους δεν είχαν πολύ χρόνο για χάσιμο. Έναν καφέ στα γρήγορα και στο δρόμο για το γιαπί. Οι λιγότερο «ψύχραιμοι» έπαιρναν ένα κονιάκ ή μια μπύρα.
Με τον καιρό κατάλαβα ότι οι σερβιτόροι ήταν συνήθως οι ίδιοι, γνώριζαν τους περισσότερους οικοδόμους με τα μικρά τους ονόματα και ακουμπούσαν τον καφέ και το νερό στο τραπέζι χωρίς πολλά-πολλά (καλημέρα Χρήστο). Επίσης πολλοί οικοδόμοι είχαν το «δικό τους» τραπέζι και τους έβλεπες σχεδόν πάντα εκεί.
Όλη αυτή η κίνηση δεν κρατούσε παραπάνω από μία ώρα. Όταν το ρολόι έδειχνε εξήμιση η τεράστια

Ειδικά αυτοί που δεν είχαν δικό τους μεταφορικό μέσο και δεν εύρισκαν δουλειά, άφηναν την τσάντα τους, αφού και την επόμενη μέρα πάλι στην πιάτσα θα κατέβαιναν. Ο μικρός του καφενείου συγκέντρωνε πολλές τσάντες σε μια γωνιά του μαγαζιού και καρφίτσωνε πάνω τους χαρτάκια με το όνομα του κάθε οικοδόμου. Τσάντες άφηναν οι κτίστες και στο «Νέον».
Η φύλαξη όμως (και στα δύο καφενεία) ήταν υποτυπώδης και ελλιπής. Πολλές φορές χάνονταν τσάντες ή εργαλεία μέσα από αυτές και πως να διαμαρτυρηθεί ο συνάδελφος όταν το καφενείο εξυπηρέτηση του έκανε και μάλιστα δωρεάν. Έτσι το 1977-78 το Σωματείο Κτιστών Αθηνών πήρε απόφαση και νοίκιασε μια αποθήκη στο υπόγειο του κτιρίου που βρισκόταν το «πατάρι».
 Ένας συνταξιούχος κτίστης ανέλαβε αποθηκάριος και η φύλαξη πια γινόταν υπεύθυνα και με ασφάλεια. Εκεί οι οικοδόμοι άφηναν τις τσάντες τους έναντι ενός συμβολικού αντιτίμου πέντε δραχμών, για να βγαίνουν και τα έξοδα του ενοικίου και του φύλακα. Αυτή η αποθήκη λειτούργησε για περίπου δύο χρόνια.

Μέσα στη στοά Πιγκουίνου  υπήρχαν μεταξύ άλλων δύο τυροπιτάδικα, το ένα εκ των οποίων φημίζονταν για τη μπουγάτσα Θεσσαλονίκης. Ήταν ένα ισχυρό «κίνητρο» πριν πας στη δουλειά, να περάσεις χαράματα απ’ την πιάτσα και ν’ απολαύσεις μια γλυκιά αχνιστή μπουγάτσα από τα χέρια του κ. Στέφανου, μάστορα του μαγαζιού.

Συνήθως αυτοί που ήταν μέσα στο «Νέον», ήταν αυτοί που είχαν εξασφαλίσει δουλειά. Ερχόντουσαν όμως κάθε μέρα για να μην ξεκόψουν από την πιάτσα. Όσοι στέκονταν έξω από το καφενείο (και ήταν πολλές φορές εκατοντάδες) ήταν αυτοί που αναζητούσαν το μεροκάματο. Οι περισσότεροι στέκονταν όρθιοι, μοναχικοί ή σε «πηγαδάκια» έχοντας την πάνινη τετράγωνη τσάντα με τα εργαλεία μπρος στα πόδια τους. Άλλοι ήταν καθιστοί στα παρτέρια της πλατείας και κάπνιζαν ή έτρωγαν μια ζεστή τυρόπιτα.
Όλοι όμως ήταν σε «επιφυλακή» και κάλυπταν με το βλέμμα τους κάθε σπιθαμή της πλατείας, κάθε σημείο από το οποίο θα μπορούσε να φτάσει ο εργολάβος. Όπως ο κυνηγός στήνει καρτέρι στο θήραμά του. Μόνο που εδώ οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί. Ο εργολάβος είχε το πάνω χέρι και την ευχέρεια της επιλογής.
 Μπορούσε κανείς να διακρίνει έναν εκνευρισμό, μια αγωνία στην προσμονή αυτών των ανθρώπων. Όταν κατέφθανε ο εργολάβος που αναζητούσε «χέρια», σχηματιζόταν γύρω του ένα σμάρι από άντρες που σπρώχνονταν για να φανούν καλύτερα.

Αυτός, αν δεν είχε κάποιον γνωστό του στην πιάτσα να του υποδείξει (πάρε αυτόν!), «σάρωνε» με το βλέμμα του τον κάθε υποψήφιο από την κορυφή ως τα νύχια. Έπρεπε να διαλέξει τον καλύτερο, τον πιο δυνατό. Κι ύστερα να τα βρουν στο μεροκάματο (λοιπόν, πόσο πάει;). Ήταν ένα ελεύθερο παζάρι που γινόταν ανάμεσα σε αυτόν που πουλά την τέχνη ή τη δύναμή του και σ’ αυτόν που πληρώνει.

 Ένα παζάρι που είχε όμως έναν άγραφο κανόνα. Να’ χεις καλό όνομα στην πιάτσα, να σε ξέρουν. Να είσαι δουλευτής, τίμιος και μπεσαλής. Αν δεν τηρούσες αυτές τις προδιαγραφές, εύκολα γινόσουν το «μαύρο πρόβατο» γι αυτούς που σε ήξεραν. Και σιγά-σιγά σε μάθαιναν όλοι.
 Υπήρχαν πάντα κάποιοι οικοδόμοι στην ίδια θέση έξω από το «Νέον», με τα εργαλεία τους, για πολλές εβδομάδες και ενώ άλλοι συνάδελφοί τους έβρισκαν δουλειά, αυτοί ήταν πάντα εκεί. Είχαν κακό όνομα στην πιάτσα και οι εργολάβοι τους ήξεραν και τους απέφευγαν.
Όταν λοιπόν ο εργολάβος έκανε την επιλογή του και οι «τυχεροί» συνάδελφοι, χαμογελαστοί τον ακολουθούσαν, η απογοήτευση και το άγχος κυρίευαν αυτούς που έμεναν πίσω. Κοίταζαν το ρολόι τους και ήξεραν πως όσο περνάει η ώρα, τόσο λιγοστεύουν οι πιθανότητες για δουλειά αυτή τη μέρα.
Μια αξιοπρέπεια υπήρχε στα πρόσωπά τους, μια υπερηφάνεια στο στήσιμο του κορμιού τους. Δεν παρακαλούσαν για το μεροκάματο. Το «διεκδικούσαν» ο καθένας με τη δική του αξία, έχοντας πίστη στα χέρια τους. Κι αν σήμερα δε βρέθηκε κάτι, ξέρουν πως αύριο είναι μια άλλη μέρα…
Ήταν μια εποχή που κάθε εικόνα, κάθε γεύση ή μυρωδιά, άφηναν βαθιά αποτυπώματα στο νου και την ψυχή. Ίσως η αιτία να ήταν  τα πρώτα επαγγελματικά βιώματα στα χρόνια της άγουρης νιότης. Ίσως πάλι εκείνη η εποχή να έκρυβε μια αθωότητα που χάθηκε στην πορεία ως το σήμερα.
* Γιώργος Ιωάννου, «Ομόνοια 1980», εκδόσεις Κέδρος, 1987.
** Παραμάνα: στη γλώσσα των σερβιτόρων, ο δίσκος σερβιρίσματος μεγάλων διαστάσεων και χωρητικότητας, δύσκολος στη μεταφορά του.

Αναρτήθηκε από oikodomos

Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.