Οι οικοδόμοι της Αθήνας είχαν ανέκαθεν ως σημεία συνάντησης, τις λεγόμενες «πιάτσες», συνήθως καφενεία πέριξ της πλατείας Ομονοίας. Η κάθε ειδικότητα είχε τη δική της πιάτσα. Εκεί πολύ νωρίς το πρωί, πριν χαράξει η μέρα μαζεύονταν οι μάστορες και οι εργάτες. Άλλοι για να πιούν ένα καφέ και να δουν δυο φίλους πριν κινήσουν για το μεροκάματο, άλλοι για να βρουν το μεροκάματο. Από την πιάτσα θα περάσουν ο εργολάβος, ο ιδιοκτήτης ή ο εργοδηγός, όλοι για τον ίδιο λόγο. Εδώ θα βρουν τεχνίτες και εργάτες να δουλέψουν στο γιαπί.
Παράλληλα σαν πιάτσες μικρότερου βεληνεκούς λειτουργούν κι άλλα καφενεία: «το στέμμα» στην οδό Σατωβριάνδου, «η Πίνδος» και «η Ζίτσα» στην οδό Βερανζέρου και άλλα, όλα γύρω από την πλατεία Ομονοίας.
Στη γωνία της οδού Δώρου επί της πλατείας Ομονοίας, στο ισόγειο του ξενοδοχείου «Κάρλτον», βρισκόταν από το 1920 το ιστορικό καφενείο «ΝΕΟΝ». Εδώ είναι η πιάτσα των κτιστών.
Φάνταζε τεράστιο στα μάτια μου. Αχανές. Μου έκαναν εντύπωση το βουητό από τις φωνές του κόσμου που ήταν σαν από μελίσσι και τα αμέτρητα, ασφυκτικά γεμάτα μαρμάρινα τραπέζια μολονότι η ώρα δεν ήταν ούτε έξι. Οι τοίχοι από λαδομπογιά που είχαν κιτρινίσει με το πέρασμα του χρόνου, καλύπτονταν σε διάφορα σημεία από μεγάλους καθρέφτες και τα ταβάνια του στέκονταν πολύ ψηλά γεμάτα ανάγλυφες παραστάσεις. Ένας μεγάλος θορυβώδης ανεμιστήρας ανάμεσα στη τζαμαρία προσπαθούσε να διώξει τον καπνό από τα τσιγάρα των θαμώνων.
Μέσα στη στοά Πιγκουίνου υπήρχαν μεταξύ άλλων δύο τυροπιτάδικα, το ένα εκ των οποίων φημίζονταν για τη μπουγάτσα Θεσσαλονίκης. Ήταν ένα ισχυρό «κίνητρο» πριν πας στη δουλειά, να περάσεις χαράματα απ’ την πιάτσα και ν’ απολαύσεις μια γλυκιά αχνιστή μπουγάτσα από τα χέρια του κ. Στέφανου, μάστορα του μαγαζιού.
Αυτός, αν δεν είχε κάποιον γνωστό του στην πιάτσα να του υποδείξει (πάρε αυτόν!), «σάρωνε» με το βλέμμα του τον κάθε υποψήφιο από την κορυφή ως τα νύχια. Έπρεπε να διαλέξει τον καλύτερο, τον πιο δυνατό. Κι ύστερα να τα βρουν στο μεροκάματο (λοιπόν, πόσο πάει;). Ήταν ένα ελεύθερο παζάρι που γινόταν ανάμεσα σε αυτόν που πουλά την τέχνη ή τη δύναμή του και σ’ αυτόν που πληρώνει.
Filed under: ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ... ΟΧΙ ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ,ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ











http://www.hamogelo.gr/


http://www.wwf.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=31&Itemid=65




Που ακούμπησες τα λευκά σου φτερά και έγιναν γκρίζα; ρώτησε τον γλάρο μια πεταλούδα.
- Πέρασα από την σκέψη ενός πικραμένου...
ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ

































