Κάποια στιγμή γυρίζοντας αβόλευτα του είπε:
Την προδοσία φοβάμαι.
Το αίμα των δακρύων της ψυχής μου.
Τα χνώτα του πόνου που θα ανασαίνω.
Τον γκρεμό του χρόνου που καταποντίζονται
τα ‘χνάρια της καρδιάς μου.
Την ασυνέχεια του κορμιού μου.
Και αυτός την ένοιωσε
Γι αυτό κοιτώντας τη στα μάτια της απάντησε:
«Όταν μου μιλάς όταν με ζεις
Είναι σα να περπατάς ήδη σ’ ένα γεφύρι
και μονολογείς τους φόβους σου.
Είναι σα να σου κλείνουν κενά και ρήγματα
Γιατί οι γέφυρες άλλο σκοπό δεν έχουν
Παρά μόνο να σε πάνε μακρύτερα.
Άλλη έγνοια δεν έχουν.
Ακόμα κι αν εσύ περάσεις αντίπερα
και μείνουν με τη σκόνη των βημάτων σου.
Και αυτό γιατί εσύ πέρασες»
Filed under: ποίηση











http://www.hamogelo.gr/


http://www.wwf.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=31&Itemid=65




Που ακούμπησες τα λευκά σου φτερά και έγιναν γκρίζα; ρώτησε τον γλάρο μια πεταλούδα.
- Πέρασα από την σκέψη ενός πικραμένου...
ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ

































