Και τις Κυριακές ακόμη ο πατέρας μου ξυπνούσε νωρίς και φορούσε τα ρούχα του μέσα στο γαλάζιο ψύχος, έπειτα με χέρια ξερά, καταπονημένα απ’ τον μόχθο υπό τον καιρό της κάθε εργάσιμης μέρας έκανε τη χαμηλή φωτιά να φλογίζει. Κανείς ποτέ δεν του είπε ευχαριστώ. Ξυπνούσα κι άκουγα το κρύο να ραγίζει, να θρυμματίζεται. ‘Οταν [...]
Filed under: ποίηση | Αφήστε Σχόλιο »











http://www.hamogelo.gr/


http://www.wwf.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=31&Itemid=65




Που ακούμπησες τα λευκά σου φτερά και έγιναν γκρίζα; ρώτησε τον γλάρο μια πεταλούδα.
- Πέρασα από την σκέψη ενός πικραμένου...
ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ
































