
Σε μια ξένη πόλη ούτε δική μου ούτε δική σου, εκεί σε πρωτοείδα..
Την άλλη μέρα φτιάξαμε ένα τρένο.
Κίτρινο, κόκκινο, μπλε το βάψαμε κα ταξιδεύαμε τη γη.
Νύχτες ταξιδεύαμε στον ουρανό.
Αστέρι και σταθμός.
Θυμάσαι;
Βρήκες το πιο μακρινό αστέρι και είπες να το γυαλίσουμε.
Να του φυτέψουμε μια λεύκα, να μείνουμε για πάντα εκεί.
Θυμάσαι;
Όταν σου έδινα ένα πορτοκάλι, πήγαινε να πει «μόνο μαζί σου ταξιδεύω».
Με πέντε πορτοκάλια κάναμε μια πορτοκαλάδα.
Την πίναμε μισή μισή. Θυμάσαι;
Κι έτρεχα κάθε άνοιξη σ’ όλη τη γη να βρω το πρώτο λουλούδι, για σένα βέβαια. Κατέβαινες στα βάθη του ωκεανού εσύ και μου ‘φερνες ένα κοχύλι.
Θυμάσαι;
Άμα σου ζήταγα γινόσουν ποτάμι, λίμνη, θάλασσα, ωκεανός.
Κι όταν το ζήταγες γινόμουν εγώ.
Θυμάσαι;
Μου έστελνες στον ύπνο μου όνειρα.
Καλοπλυμένα.
Καλοχτενισμένα.
Και τα δικά σου όνειρα εγώ τα ετοίμαζα.
Θυμάσαι;
Θυμάσαι τότε που κατέβηκα στον ύπνο σου μ’ ένα τεράστιο ροζ αερόστατο;
Σου χάρισα ένα μύλο να τον κρατάς γερά γιατί φοβόσουν τα σκοτάδια.
Μου χάρισες έναν ολόιδιο κι εσύ.
Το θυμάσαι ακόμα;
Είχες το μύλο.
Μια μέρα χάθηκες σ’ ένα μεγάλο δάσος.
Δε φοβήθηκες κι έτρεξα και σε βρήκα.
Μου χάρισες ένα χρυσόψαρο που μέτραγε ως τα χίλια.
Κι ένα τζιτζίκι και μια ζίνα κι ένα πουκάμισο άσπρο.
Τα θυμάσαι;
Και σου ‘μαθα να ζωγραφίζεις κάμπους και ποτάμια.
«Μη πατάς πολύ το μολύβι,», σου έλεγα.
Μια αγκαλιά ψυχές το τοπίο.
Και οι ψυχές δεν έχουν περίγραμμα.
Θυμάσαι;
Και μου ‘μαθες να φτιάχνω χάρτινα καράβια.
Και χάρτινα κινέζικα πουλιά.
Μια μέρα είπαμε.
Καιρός πια να εφεύρουμε τη δική μας γραφή.
Τη ζωγραφίσαμε στο πι και φι.
Κοντά σ’ ένα ποτάμι.
Πάντα ένα ποτάμι.
Τη θυμάσαι ακόμη εκείνη τη γραφή;
Ότι δε χώραγε στις λέξεις το κάναμε μικρές μικρές σημαιούλες πολύχρωμες.
Θυμάσαι πως τις ανεμίζαμε;
Το μαγικό δωμάτιο που άλλαζε σχήμα ανάλογα με τη στάση του κορμιού μας.
Το θυμάσαι;
Κι ήταν ολοστρόγγυλο.
Θυμάσαι τότε;
Μαζί διαβάζαμε τα πιο ωραία παραμύθια.
Κι όταν μας τελείωσαν αρχίσαμε να παίζουμε δικά μας παραμύθια.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δύο. Θυμάσαι;
Ήταν δυο κι ήταν σαν ένας και πολλοί μαζί μας.
Χωρίζαμε για λίγο γιατί αλλιώς πως θα ανταμώναμε ξανά;
Και σου ‘γραφα κάθε στιγμή κάτι τεράστια γράμματα.
Μου ΄γραφες κι εσύ ακόμα πιο τεράστια.
Μια φορά όμως που άργησες, πρόλαβε και ήρθε ένας χειμώνας που κράτησε όσο πέντε.
Κι όταν τελείωσε ήρθε πάλι χειμώνας, ακόμα πιο βαρύς.
Και δεν μπορούσες να γυρίσεις.
Έμεινες μακριά και μου ‘γραψες.
«Η πιο μεγάλη απόσταση είναι ο χρόνος».
Μπορεί …;
Όμως τα πιο ωραία μας ταξίδια, δεν τα ταξιδέψαμε ακόμα.
Σε περιμένω.
Θα μετρήσω ως το δέκα.
Filed under: ποίηση











http://www.hamogelo.gr/


http://www.wwf.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=31&Itemid=65




Που ακούμπησες τα λευκά σου φτερά και έγιναν γκρίζα; ρώτησε τον γλάρο μια πεταλούδα.
- Πέρασα από την σκέψη ενός πικραμένου...
ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ


































ΜΑΖΙ ΣΟΥ
Μαζί σου θα μένει πάντοτε
ένα υπόλοιπο βροχής
καθώς φοβήθηκα να αφεθούμε στην καταιγίδα..
ένα υπόλοιπο χρόνου
καθώς καθυστέρησα στους δρόμους της ζωής
ένα υπόλοιπο ταξιδιού
καθώς κατεβήκαμε στα κοντινότερα λιμάνια.
Μαζί σου θα μένει πάντοτε
ένα υπόλοιπο νιότης…..