Θωρώ τη ψυχή κι αγναντεύω το πέλαγος
ίσαλο γραμμή δεν αντικρίζω
Ένα αγρίμι στροβιλίζεται
ξεθυμαίνει την πείνα του καταπίνοντας άστρα
Οι κεραυνοί φεγγοβολούν
Μέρα έγινε η νύχτα μου και η ομορφιά, μια πλάνη
Ω, θεοί! Ασήμαντη και ταπεινή εγώ
πώς να αντικρύσω το όνειρο;
Στα βράχια η σπασμένη μου τρίαινα
Αφήνω το κύμα να την παρασύρει
Ρηχά νερά δεν πόθησα ποτέ
Αρτέμιδα τη χάρη σου προσκυνώ
και τρέμω την ώρα που σαν με καλέσεις πλάι σου
ο Ωκεανός θα πάψει να ανασαίνει
Θεοί,
θυσία έκανα
ρίξτε βροχή να αλώσει την αρμύρα
μες στη γροθιά σας κρύψτε με και σαν φανεί Εκείνος
πείτε του πως εχάθηκα, πως με μ’ έπνιξε ένα δάκρυ
Πείτε του πως με αντάμωσαν μνήμες γυμνές, αιθέριες
από τότε
που οι αστερίες κολυμπούσαν στο βυθό της θάλασσας
και μεθούσα η τρελή με το φιλί του Ποσειδώνα
εγώ,
η Κυρά του γαλάζιου, του έντονου μπλε
εγώ,
που κεντώ ακόμα μαργαριτάρια στα όστρακα
και ξενυχτώ προσμένοντας το αναπάντεχο ενός άλλου θεού
Καλώντας γοργόνες με βιολιά να υποδεχθούν τον ερχομό του
και δελφίνια να τον μεταφέρουν στρώνω τα πέπλα μου
σκεπάζοντας με κοράλλια τις μικρές μου κόκκινες αμαρτίες
Σουρούπωσε
τα άρματα ήρθαν για να με πάρουν
δυο κεραυνοί τα άλογα και το νερό ξεσπούσε
μια πυρκαγιά με τύλιξε και καίγομαι ακόμα..
ο ατμός, λευκός
σ
μ
ί
γ
ω
μ
α
ζ
ί
σ
ο
υ
Filed under: ποίηση











http://www.hamogelo.gr/


http://www.wwf.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=31&Itemid=65




Που ακούμπησες τα λευκά σου φτερά και έγιναν γκρίζα; ρώτησε τον γλάρο μια πεταλούδα.
- Πέρασα από την σκέψη ενός πικραμένου...
ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ
































