Αγέραστες οι δίνες.Ο κύκλος αγέραστος σαν πνεύμα που περιφέρει τα ρόδια του από γενιά σε γενιά, αφήνοντας σαν χνάρι, το πουκάμισό του φιδιού, να περπατήσεις ο απόγονος, να ξεγελάσει το Μινώταυρο και να αγκαλιάσει το φως και σένα!!!
Συγκεντρώνω τους πόθους μας, έτσι έξω από τους προμαχώνες έχω την πολιτεία μας στην καρδιά και έναν αόρατο στρατό με άρματα και άλογα βάζω στα δικά σου χέρια
Πήγαινε στην παραλία σκύψε στη θάλασσα … ξεκίνα να μετράς τις σταγόνες του νερού.... Τόσο πολύ σ’αγαπώ!!!
Γ.ΡΟϊΛΟΣ 1867-1928
Οι ποιητές (π. 1919)
Το DNA του Ποιητή
Μίνα Παπανικολάου
“Στα βιβλία της ζωής, που δεν γράφτηκαν ακόμα, στο αίμα των Ποιητών που θα ρέει πάντα ταγμένο στην Ουτοπία, στο θάνατο που νικήθηκε από το δάκρυ της αγάπης, στα παλάτια που χτίσαμε, αποκλείοντας τα σκοτάδια, στο Φως, Νυν και Αεί”
Το δείπνο λυτό,
γυμνό το βράδυ
και το παιδί ξυπόλητο
κρατώντας κερί κατεβαίνει.
Ακούω το ήχο των τρωκτικών και τρομάζω.
Μη φεύγεις φωνάζω αλαφιασμένος.
Τα υπόγεια βρίθουν από σκοτάδια και κινδύνους.
Καταπίνουν ανάσες, μνήμες ολόκληρες.
Μη φεύγεις επαναλαμβάνω.
Φοβάμαι, αγωνιώ τόσο,
καθώς εκεί στις απότομες στροφές
οι σκιές μεγαλώνουν τόσο πολύ
ώστε αρνούνται τα σώματά μας.
Παίρνουν ψυχή από την ψυχή μας
και χώνονται στα μουλωχτά να μηρυκάσουν.
Αγωνιώ.
Σκίζω τις σάρκες μου για λίγο φως, – ελάχιστο,
από τα μέσα μου.
Έξω, η μέρα υψώνεται σαν τοίχος
Η βροχή,
ένας φονιάς που γαζώνει.
Ακόμα και το ουράνιο τόξο
καρφώνει την πολιτεία στην καρδιά της.
Μη φεύγεις παιδί, ψιθυρίζω απελπισμένος.
Να λίγο φως…
Έλα, κοιμήσου εδώ.
Άγγιξέ με και μην απορείς που έχω αιμάτινο βλέμμα. Μα δεν είδα ποτέ την αυγή' θα είναι η πρώτη με εσένα...
Ίσως να σαι και συ μια μικρή τρυφερή αυταπάτη, μα στο χάος που είναι η ζωή το μικρό είναι κάτι...
Θα χαρώ να βρω μήνυμά σου...
Τα φεγγάρια δεσμεύτηκαν να μικραίνουν σκιές να φέρνουν περισσότερο φως στις καμάρες στις αδοκίμαστες πλεύσεις στων κατακλυσμών τα γυρίσματα να προστατεύουν την κιβωτό των δακρύων κλείνοντας σε ασκούς νέφη Αιόλεια σ’ όλους τους πορθμούς συμπαντικών ταξιδιών για τα πλεούμενα της αγάπης.
ΠΛΕΥΣΕΙΣ - ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ
Άγγελος Πετρουλάκης - Συνάζω τις θύμησες...
Έναν ήλιο που έγερνε έγκοπος, έναν ορίζοντα που μάτωνε, έναν γλάρο που επέμενε να χορεύει ζεϊμπέκικο πάνω απ’ τα ιστία των τρεχαντηριών.
ΦΩΣ
Το δείπνο λυτό,
γυμνό το βράδυ
και το παιδί ξυπόλητο
κρατώντας κερί κατεβαίνει.
Ακούω το ήχο των τρωκτικών και τρομάζω.
Μη φεύγεις φωνάζω αλαφιασμένος.
Τα υπόγεια βρίθουν από σκοτάδια και κινδύνους.
Καταπίνουν ανάσες, μνήμες ολόκληρες.
Μη φεύγεις επαναλαμβάνω.
Φοβάμαι, αγωνιώ τόσο,
καθώς εκεί στις απότομες στροφές
οι σκιές μεγαλώνουν τόσο πολύ
ώστε αρνούνται τα σώματά μας.
Παίρνουν ψυχή από την ψυχή μας
και χώνονται στα μουλωχτά να μηρυκάσουν.
Αγωνιώ.
Σκίζω τις σάρκες μου για λίγο φως, – ελάχιστο,
από τα μέσα μου.
Έξω, η μέρα υψώνεται σαν τοίχος
Η βροχή,
ένας φονιάς που γαζώνει.
Ακόμα και το ουράνιο τόξο
καρφώνει την πολιτεία στην καρδιά της.
Μη φεύγεις παιδί, ψιθυρίζω απελπισμένος.
Να λίγο φως…
Έλα, κοιμήσου εδώ.