• Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω

    Ξεχάστε με στη θάλασσα.....

    GAIVOTAS

    Να’ μουν πουλί θαλασσινό
    να ‘ρχόμουνα όπου είσαι…


    Choose your language
    to translate

    Πάνω από τις πατημασιές που αφήνουν οι οπλές των αλόγων

    καθώς οι άνθρωποι έφιπποι καλπάζουν

    ακολουθώντας τα τύμπανα της παραφροσύνης

    θα σκορπίζω τις στιγμές μας αγάπη μου σβήνοντας έτσι

    -αν και με πόνο- τα ίχνη από το μάταιο τούτο σπαραγμό.

    Για τους μακρινούς απόγονούς μας,

    όταν από ανάγκη κάποτε θα θελήσουν να μας πάρουν το κατόπι….

    μη και ματώσουν σε τούτους τους θρυμματισμένους καιρούς που αγαπηθήκαμε….

    Β.Π

  • free counters

    ΕΦΗ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ efigeo63@gmail.com

  • Blog Stats

    • 806,461 hits
  • Στον καθρέφτη του νερού Δυσπιστείς Την ίδια σου την όψη

  • ΣΗΜΕΡΑ ΓΙΟΡΤΑΖΕΙ

  • ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ…

  • Μπορεί αυτός ο κόσμος να είναι ένα λάθος αλλά οι κερασιές ανθίζουν

  • ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ – SOS 1056

  • Αγέραστες οι δίνες. Ο κύκλος αγέραστος σαν πνεύμα που περιφέρει τα ρόδια του από γενιά σε γενιά, αφήνοντας σαν χνάρι, το πουκάμισό του φιδιού, να περπατήσει ο απόγονος, να ξεγελάσει το Μινώταυρο και να αγκαλιάσει το φως και σένα!!!

  • WWF

  • Συγκεντρώνω τους πόθους μας, έτσι έξω από τους προμαχώνες έχω την πολιτεία μας στην καρδιά και έναν αόρατο στρατό με άρματα και άλογα βάζω στα δικά σου χέρια

  • Αρχείο

  • XAMOΓΕΛΑΣΤΕ

  • Πήγαινε στην παραλία σκύψε στη θάλασσα … ξεκίνα να μετράς τις σταγόνες του νερού.... Τόσο πολύ σ’αγαπώ!!!

  • Γ.ΡΟϊΛΟΣ 1867-1928

    Γ.ΡΟϊΛΟΣ 1867-1928 Οι ποιητές (π. 1919)

    Το DNA του Ποιητή

    Μίνα Παπανικολάου

    “Στα βιβλία της ζωής, που δεν γράφτηκαν ακόμα, στο αίμα των Ποιητών που θα ρέει πάντα ταγμένο στην Ουτοπία, στο θάνατο που νικήθηκε από το δάκρυ της αγάπης, στα παλάτια που χτίσαμε, αποκλείοντας τα σκοτάδια, στο Φως, Νυν και Αεί”
     
  • Κικλήσκω μέγαν, αγνόν, εράσμιον, ηδύν έρωτα, τοξαλκή, πτερόεντα, πυρίδρομον, εύδρομον ορμή, συμπαίζοντα θεοίς ηδέ θνητοίς ανθρώποις, ευπάλαμον, διφνή, πάντων κληίδας έχοντας

  • SYNC BLOGS

  • γλάροςΠου ακούμπησες τα λευκά σου φτερά και έγιναν γκρίζα; ρώτησε τον γλάρο μια πεταλούδα. - Πέρασα από την σκέψη ενός πικραμένου... ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ

  • Σώπασε…
    ένα σκυλί αλυχτάει μέσα στη νύχτα..
    Σώπασε…
    ένας κάδος απορριμμάτων
    λεηλατείται στα μουλωχτά έξω από την πόρτα μας.
    Σώπασε....
    Ένα κλάμα παιδιού σέρνεται στο δρόμο σα φίδι.
    Σώπασε…
    Δεν έχω πια λέξεις.
    Τις σκόρπισα όλες σε μικρές-μικρές φλογίτσες
    και περιμένω, βουβά να με αγκαλιάσεις απόψε…..
    ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ
  • ΑΝΕR' S TATTOO

    ΝΕΡΑΪΔΑ ΜΟΥ

    Kοιτώ τα μάτια σου και ταξιδεύω σε χίλιες παραμυθιένες λίμνες....

    μα πάντα μια η νεράϊδα....

    ΕΣΥ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ!!!!!!!

  • ''Άς χαρίσουμε στην λογική αλήτικες φτερούγες''

    Π.Ελυάρ

    Kι΄αμα πηδάω κάθε νύχτα

    από την κορυφή της λύπης μου δεν είναι απο συνήθεια ειναι γιατί η αλήθεια, κύριοι, προϋποθέτει ύψος.

    Γ.Στίγκας

    ΤΟ ΦΕΥΓΙΟ ΤΟΥ ΠΕΛΑΡΓΟΥ

    Μου μοιάζουνε οι πελαργοί

    σαν την ψυχή του ποιητή

    που και να θέλει δεν μπορεί

    στον τόπο του να μένει...

  • το πρώτο μου βραβείο

    ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΞΙΑΓΑΠΗΤΟΥ BLOG http://www.sync.gr/takis012/

ΠΟΙΗΣΗ ΒΕΛΑΝΙΔΙΑΣ

Πριν ένα χρόνο είχα την τύχη να γνωρίσω την Ελευθερία Τζαβάρα – Αναγνωστάκη, την πρώτη και μοναδική Πρόεδρο της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Η Ποιήτρια…

Η Γυναίκα…

Η Μάνα…

Ολόκληρη μια θετική αύρα, μια αγκαλιά, μια ζεστή φωνή που σε γαληνεύει…

Τόλμησα να της δώσω κάποια μικρά ποιηματάκια μου και ντράπηκα τόσο, διαβάζοντας τα δικά της…

Μου είπε τότε το εξής :

Υπάρχουν δρύες και χαμομηλάκια… αλλά και τα δυο έχουν την ομορφιά τους.

Για αυτό και ο διαχωρισμός : η ποίηση της βελανιδιάς και η ποίηση του χαμομηλιού.

Την ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου, που δεν με αποθάρρυνε και εύχομαι να συνεχίσει να γράφει για πάρα πολλά χρόνια ακόμη.

Πανδώρα

‘Ανθη μέσα στ’ όνομά σου και δώρα

Παν δώρα.

Κόρη ολόγυμνη,

με το χαμόγελο του φύλου σου

αφημένο στις ιδρωμένες

θερινές αμαρτίες

της παραλίας των βότσαλων…

Παρά θίν’ αλός πολυφλοίσβιο θαλάσσης,

έμαθες τις κινήσεις του έρωτα

και τα φιλιά,

με τα μαλλιά σου απλωμένα στα κύματα.

Τα μάτια σου, λαβύρινθοι φωτός,

στο δέρμα σου οι ανάσες γυμνών εφήβων

κι η καρδιά σου ταξιδεμένο όνειρο.

Εκεί στη μικρούλα θάλασσα

που καψάλισε το άταχτο καλοκαίρι,

τα χείλια σου μίλαγαν στους ανέμους

κι είχες το λαιμό σου κοσμημένο

με του έρωτα τις λαβωματιές .

Σαν στολιστείς ξανά τη θηλυκή σου γύμνια,

αργά τη νύχτα

που κατεβαίνει νωχελικά το φεγγάρι

στις στρογγυλάδες του κορμιού,

θυμήσου να μου φυλάξεις στα δώρα,

Παν δώρα,

ένα μικρό κομμάτι ερωτικού άρτου.

Ε.Τζαβάρα – Αναγνωστάκη

EΛΥΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ


clip_image0023

Έκανε πολύ κρύο αδελφή μου… και κει τα ξημερώματα κατά τις 4 στο Σύνταγμα τους είδα να βγαίνουμε .. καλοντυμένους – καλογυαλισμένους – χολεριασμένους

Ε

Ψυχές μόνες κι έρημες τις νύχτες γυρνούν, μιλούν για αγάπη, ζητούν να ανταμώσουν μια ψυχή!

Λέξεις ποιητικές, ψεύτικα σ’αγαπώ.

Μα την αγάπη δεν γνωρίζουν.

Δεν άκουσαν ποτέ πονεμένα ουρλιαχτά εγκαταλελειμμένων μωρών…

Άνθρωποι κενοί μέσα τους, γλυκά εκεί κατά τις 4 τα ξημερώματα, που αγριεύει ο καιρός και αυτοί όλοι εξακολουθούν να μπαίνουν και να βγαίνουν κρατώντας για εικονίσματα τα 200 ευρώ και προσκυνούν το Θεό της αγορασμένης ηδονής.

Ε

Σαν όνειρο να ξεπηδάν από το πουθενά…

κόμπος στο λαιμό το δάκρυ…

για ερωτικό φτερούγισμα ψυχής!

Κι όλοι φτιαγμένοι με κόκα – ντραμαμίνες – αγγελόσκονες και ξύδια να τους θωπεύει με τα κουρέλια – σάβανά της γλυκά η χολέρα.

Βοήθεια γλυκειά μου, ο έμετος με πνίγει κι αρχίζω να τρέχω.

Περνάω την Αγία Σωτήρα και με γοργό πήδημα μπροστά από τον Άγιο Δημήτρη ανεβαίνω προς τα πάνω φοβισμένος, αηδιασμένος, μπουχτισμένος,

εκεί που η χολέρα δεν μπορεί να φτάσει…

Ε

Τι να το κάνεις όμως να νοιώθεις ασφαλής αλλά τόσο μόνος?

Κι εφευρίσκεις τρόπους, σκαρφίζεσαι, ψάχνεις απεγνωσμένα κάτι να σώσεις…

Αλλιώς χάνεσαι!

Φιλώ με μανία τις πέτρες και κοιτάω προς τα κάτω βλέποντας σαν ίσια γραμμή να μη μπορεί το σκοτάδι και η μαύρη θεά να περάσει…

και η αλήθεια είναι ότι είμαι μόνος…

Ε

Μα μήπως τελικά συνήθισες αυτή τη μοναξιά?

Αυτή που τελικά σε κάνει να νοιώθεις δυνατός?

Δεν μπορείς να είσαι με κανένα για το «κανένα» είναι «τίποτα»

μπροστά στο «ΟΛΟ». Και προφασίζεσαι…

Μόνος εδώ πάνω να το δεντρί.. και το σκαλοπάτι που καθόμαστε, το δέντρο που το ακουμπούσαμε κάνοντας ταξίδια.

Το ακουμπώ και φεύγω… στο σώμα σου, στο χάδι σου, στη φλόγα των κεριών που’χες ανάψει κάποτε λίγο πιο πάνω!!

Ε

‘Εχεις δίκιο… ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΧΟΛΕΡΑΣ….

Μιας σύγχρονης χολέρας, αυτή του θέλω τα πάντα…

Δόξα, πλούτο, αποκατάσταση, αναγνώριση, πλεονοξία… στο όνομα της ΑΓΑΠΗΣ.

Προδοσία το λέω εγώ με μια λέξη

ΧΟΛΕΡΑ – ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Μια προδοσία γενικής μορφής και δήθεν στόχο τον πνευματικό διακτινισμό.

Ακούω το τρίξιμο κλαριών, κοιτάω στο πυκνό το δέντρο…

Ποιος είναι??

Τον διακρίνω – τον διακρίνω.

Να ο καλοκάγαθος Θεός Παν, δακρυσμένος κουνώντας το κεφάλι του λέει :

« Αργούμε όλοι εμείς οι Θεοί μα δεν ξεχνάμε. Κι αυτό που σου τάξαμε…

πάλι μαζί το δέντρο θα ακουμπάτε…».

(Το πρώτο ποίημα μας!!)

Αφιερωμένο στο ΘΗΣΕΑ

Η αγάπη είναι ο φόβοςceb1cebdceb1ceb3cebdcf89cf83cf84ceaccebaceb7cf82

Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυαΌταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση

Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων

Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;

Ξέρει να σφίγγει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά

Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε

Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;

(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα

Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους μεγάλωσαν

Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας

Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).

Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή

Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα

Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα

Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.

Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις

Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις

Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου

Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα

Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις

Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.Μα ποιος θα’ ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;

Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα;

Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;

Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες

Ζητούνε μια ώρα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.

Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

Μανόλης Αναγνωστάκης

Από τη συλλογή Εποχές 3 (1951)

[YOUTUBE=http://www.youtube.com/watch?v=Ni9wBFfL98w]

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

cf86cf84ceadcf81ceb5cf82-cebccebfcebbcf8dceb2ceb9ceb1

cf83cf80ceb5cf81cebcceb11

***

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

ΜΑΡΑΜΠΟΥcebaceb1ceb2ceb2ceb1ceb4ceafceb1cf82

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί,

πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο

πως τις γυναίκες μ’ ένα τρόπο ύπουλο μισώ

κι ότι μ’ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσια και κοκό

πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,

κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,

σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα λένε πράματα φριχτά πάρα πολύ,

που είν’ όμως ψέματα

χοντρά και κατασκευασμένα,

κι αυτό που εστοίχισε σε μένανε πληγές θανατερές

κανείς δεν το ‘μαθε, γιατί δεν το ‘πα σε κανένα.

Μ’ απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,

και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη

κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,

εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ’ένα λαμπρό ποστάλ

και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.

Τότε τη γνώρισα – σαν άνθος έμοιαζε αλπικό –

και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,

κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού ‘χε αυτοκτονήσει,

ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,

μήπως εκεί γινότανε να τήνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,

και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,

συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,

κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,

κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ’ τα πελάη,

μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά

και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρόν απ’ το λαιμό

κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι

κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,

όταν εφθάσαμε σ’ αυτήν που θα ‘φευγε την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,

ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,

και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με

όαση, που ένας συναντά μεσ’ στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε να ‘πρεπε να σταματήσω εδώ.

Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.

Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,

κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!… Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό

είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,

και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,

το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,

κάποια μ’ άρπαξ’ απότομα, γελώντας, το καπέλο

(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)

κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,

οι ασβέστες απ’ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,

κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,

με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.

Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.

Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές

«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».

Όταν την είδα και στο φως τα’ αχνό το πρωινό,

μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,

που μ’ ένα δέος αλλόκοτο, σαν να ‘χα φοβηθεί,

το προτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά… Μα έβγαλε μια φωνή,

κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,

και μια το πορτοφόλι μου… Μ’ απόμεινα κι εγώ

έναν σταυρό απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,

σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,

φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,

που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί

πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,

πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό,

μ’ αν ήξερα οι δύστυχοι, θα μ’ είχαν συχωρέσει…

Το χέρι τρέμει… Ο πυρετός… Ξεχάστηκα πολύ

ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.

Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,

νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω…

cebeceb9cf86cebfcf83-cebaceb1ceb9-ceb1ceb3ceb1cf80ceb7-cebcceb9ceb1

cebaceb1cf81cf84ceadcf83ceb9cebfcf82

cf87cf81cf85cf83cf8c-cebbcebfcf85cebbcebfcf8dceb4ceb9

cf86cf89cf82-cf80ceb1cebdcf84cebfcf8d

«Η κοπέλα Τόχφα, Η Σουλτάνα των Πουλιών»

από τις «Χίλιες και μία νύχτες»

(Alf lailah wa lailah)

Θα σας πω τώρα το τραγούδι της πεταλούδας:
– είμαι η ερωμένη
που την καίει πάντα ο πολυαγαπημένος της, το φως!
Να καίομαι από λαχτάρα,
αυτός είναι ο εφήμερος κλήρος μου!
Η τύχη που με περιμένει
αυξάνει τον πόθο μου να σμίξω με το φως μου!
Και το κερί μου λέει:
– μη με καταριέσαι γιατί τα ίδια βάσανα τραβώ!
Η φωτιά μ’ αγαπάει και την αγαπώ μα με λυώνει!
Να φωτίζω,
να καίω,
να χύνω δάκρυα,
αυτή είναι η μοίρα μου!
– Ε σεις! μας είπε το φως που καίει,
τί παραπονιέστε αφού ζήσατε τη στιγμή που σμίγει!
Ευτυχισμένοι όσοι πίνουν όταν εγώ κερνώ!
Ευτυχισμένη κι η ζωή εκείνου που έλυωσε από την αθάνατη φλόγα μου
κι έσβησε πιστός στην αγάπη!»

Απόσπασμα από το παραμύθι

ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ (από Ινδία)

Εικόνα 100

Εικόνα 101

Νικηφόρος Βρεττάκος

Μια μυγδαλιά και δίπλα εσύ

αμυγδαλιά

Μια μυγδαλιά και δίπλα της,
Εσύ. Μα πότε ανθίσατε;
Στέκομαι στο παράθυρο
και σας κοιτώ και κλαίω.

Τόση χαρά δεν την μπορούν
τα μάτια.
Δός μου, Θεέ μου,
όλες τις στέρνες τ’ ουρανού
να στις γιομίσω.

Θα ξαναρθούν τα μαύρα χελιδόνια

xelid;onia
αποτελεί ποίημα του Γκουστάβο Μπέκερ
που έζησε τον 19ο αιώνα (ισπανική ποίηση)

Θα ξαναρθούν τα μαύρα χελιδόνια
στο μπαλκόνι σου να χτίσουν τη φωλιά,
και παίζοντας στο τζάμι θα χτυπήσουν
με το φτερό ξανά,
αλλά εκείνα που στον αέρα σταματούσαν
την ευτυχία μου και την ομορφιά σου για να δουν,
εκείνα που είχαν μάθει τ’όνομά μας,
εκείνα… δε θα ‘ρθουν!

Θα ξαναρθούν τα πυκνά τα αγιοκλήματα
του κήπου σου τους φράχτες ν’ανεβούν,
και ξανά το απόγευμα, ακόμα πιο ωραία,
τ’άνθη τους θα ανοιχτούν,
αλλά εκείνα που βαριά από το δροσόπαγο
βλέπαμε τις σταγόνες τους να τρέμουν
και να σταλάζουνε σαν δάκρυα της μέρας,
εκείνα… δε θα ‘ρθουν!

Θα ξαναρθούν τα λόγια της αγάπης
στην ακοή σου ν’αντηχήσουν φλογερά,
μπορεί η καρδιά σου απ’το βαθύ της ύπνο
ν’αφυπνισθεί ξανά,
αλλά βουβός, γονατιστός, περίσκεπτος,
καθώς λατρεύουν το Θεό μπροστά στο Άγιο Βήμα,
μην πλανεύεσαι… όπως εγώ σ’αγάπησα
ποτέ από άλλον δεν θ’αγαπηθείς!

Pablo Neruda
Lentamente Muore…

Aργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές, όποιος δεν αλλάζει περπατησιά,
όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.

αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο «ι» αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια, που μετατρέπουν ένα χασμουρητό σε ένα χαμόγελο, που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.

αργοπεθαίνει
όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι,
όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.

αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.

αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.

αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.

αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής.

μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας

ΡΕΜΠΩ

art-design_99814_jpg

Οπλίστηκα ενάντια στη δικαιοσύνη.
Δραπέτευσα.
Ω Μάγισσες,
Μιζέρια,
Μίσος, εσείς θα διαφυλάξετε το θησαυρό μου.
Κατόρθωσα να σβήσω από το λογικό μου κάθε ελπίδα ανθρώπινη.
Μ’ ύπουλο σάλτο, χύμηξα σα θηρίο πάνω σ’ όλες τις χαρές να τις κατασπαράξω.
Επικαλέστηκα κάθε Οργή και Μάστιγγα να πνιγώ στο αίμα, στην άμμο.
Η απόγνωση ήταν ο θεός μου.
Κυλίστηκα στη λάσπη

θ1

Advertisements

6 Σχόλια

  1. Έφη, καλησπέρα.
    Σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Είδα το blog σου, (ομολογώ ότι το είδα ολόκληρο) και μου άρεσε η θεματολογία, και ας είναι διαφορετικού περιεχομένου από το δικό μας όπως λες… 🙂

    http://www.sync.gr/cronos71

  2. μπράβο κορίτσι μου

  3. τέλειο!!!το blog σου και τα ποιήματα που έχεις καταχωρίσει…είσαι ένας θησαυρός για μένα σέυχαριστώ!
    μπράβο σου!!!

  4. Καλησπέρα Εφη,καλό μήνα και για σένα!

    Υπάρχει η Οκτάνα..στις καρδιές μας! 🙂

    Σέυχαριστώ πολύ για την αγάπη που μου δείχνεις..τι πιο όμορφο?

    Εχεις πολύ πολύ όμορφο μπλόγκ..λατρεύω την ποίηση!

    – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – –
    Για να απαντήσεις στο μήνυμα της ακολούθα τον σύνδεσμο:
    http://www.sync.gr/edelweiss/

  5. Tαξίδεψα με εισιτήριο της ψυχής………… ευλογημένη να’σαι πάντα!!!!!!!!!!!!!!!!!

  6. Υπέροχή η ανθολογία…. ξεκούραση ψυχής….

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: