• Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω

    Ξεχάστε με στη θάλασσα.....

    GAIVOTAS

    Να’ μουν πουλί θαλασσινό
    να ‘ρχόμουνα όπου είσαι…


    Choose your language
    to translate

    Πάνω από τις πατημασιές που αφήνουν οι οπλές των αλόγων

    καθώς οι άνθρωποι έφιπποι καλπάζουν

    ακολουθώντας τα τύμπανα της παραφροσύνης

    θα σκορπίζω τις στιγμές μας αγάπη μου σβήνοντας έτσι

    -αν και με πόνο- τα ίχνη από το μάταιο τούτο σπαραγμό.

    Για τους μακρινούς απόγονούς μας,

    όταν από ανάγκη κάποτε θα θελήσουν να μας πάρουν το κατόπι….

    μη και ματώσουν σε τούτους τους θρυμματισμένους καιρούς που αγαπηθήκαμε….

    Β.Π

  • free counters

    ΕΦΗ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ efigeo63@gmail.com

  • Blog Stats

    • 792,466 hits
  • Στον καθρέφτη του νερού Δυσπιστείς Την ίδια σου την όψη

  • ΣΗΜΕΡΑ ΓΙΟΡΤΑΖΕΙ

  • ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ…

  • Μπορεί αυτός ο κόσμος να είναι ένα λάθος αλλά οι κερασιές ανθίζουν

  • ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ – SOS 1056

  • Αγέραστες οι δίνες. Ο κύκλος αγέραστος σαν πνεύμα που περιφέρει τα ρόδια του από γενιά σε γενιά, αφήνοντας σαν χνάρι, το πουκάμισό του φιδιού, να περπατήσει ο απόγονος, να ξεγελάσει το Μινώταυρο και να αγκαλιάσει το φως και σένα!!!

  • WWF

  • Συγκεντρώνω τους πόθους μας, έτσι έξω από τους προμαχώνες έχω την πολιτεία μας στην καρδιά και έναν αόρατο στρατό με άρματα και άλογα βάζω στα δικά σου χέρια

  • Αρχείο

  • XAMOΓΕΛΑΣΤΕ

  • Πήγαινε στην παραλία σκύψε στη θάλασσα … ξεκίνα να μετράς τις σταγόνες του νερού.... Τόσο πολύ σ’αγαπώ!!!

  • Γ.ΡΟϊΛΟΣ 1867-1928

    Γ.ΡΟϊΛΟΣ 1867-1928 Οι ποιητές (π. 1919)

    Το DNA του Ποιητή

    Μίνα Παπανικολάου

    “Στα βιβλία της ζωής, που δεν γράφτηκαν ακόμα, στο αίμα των Ποιητών που θα ρέει πάντα ταγμένο στην Ουτοπία, στο θάνατο που νικήθηκε από το δάκρυ της αγάπης, στα παλάτια που χτίσαμε, αποκλείοντας τα σκοτάδια, στο Φως, Νυν και Αεί”
     
  • Κικλήσκω μέγαν, αγνόν, εράσμιον, ηδύν έρωτα, τοξαλκή, πτερόεντα, πυρίδρομον, εύδρομον ορμή, συμπαίζοντα θεοίς ηδέ θνητοίς ανθρώποις, ευπάλαμον, διφνή, πάντων κληίδας έχοντας

  • SYNC BLOGS

  • γλάροςΠου ακούμπησες τα λευκά σου φτερά και έγιναν γκρίζα; ρώτησε τον γλάρο μια πεταλούδα. - Πέρασα από την σκέψη ενός πικραμένου... ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ

  • Σώπασε…
    ένα σκυλί αλυχτάει μέσα στη νύχτα..
    Σώπασε…
    ένας κάδος απορριμμάτων
    λεηλατείται στα μουλωχτά έξω από την πόρτα μας.
    Σώπασε....
    Ένα κλάμα παιδιού σέρνεται στο δρόμο σα φίδι.
    Σώπασε…
    Δεν έχω πια λέξεις.
    Τις σκόρπισα όλες σε μικρές-μικρές φλογίτσες
    και περιμένω, βουβά να με αγκαλιάσεις απόψε…..
    ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ
  • ΑΝΕR' S TATTOO

    ΝΕΡΑΪΔΑ ΜΟΥ

    Kοιτώ τα μάτια σου και ταξιδεύω σε χίλιες παραμυθιένες λίμνες....

    μα πάντα μια η νεράϊδα....

    ΕΣΥ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ!!!!!!!

  • ''Άς χαρίσουμε στην λογική αλήτικες φτερούγες''

    Π.Ελυάρ

    Kι΄αμα πηδάω κάθε νύχτα

    από την κορυφή της λύπης μου δεν είναι απο συνήθεια ειναι γιατί η αλήθεια, κύριοι, προϋποθέτει ύψος.

    Γ.Στίγκας

    ΤΟ ΦΕΥΓΙΟ ΤΟΥ ΠΕΛΑΡΓΟΥ

    Μου μοιάζουνε οι πελαργοί

    σαν την ψυχή του ποιητή

    που και να θέλει δεν μπορεί

    στον τόπο του να μένει...

  • το πρώτο μου βραβείο

    ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΞΙΑΓΑΠΗΤΟΥ BLOG http://www.sync.gr/takis012/

Η Ευτυχία του ’50 – ΔΟΜΕΝΙΚΟ – Β. Σιουζουλής

34

Γραφή αναπολήσεων και το αφήγημα προς τιμήν της Ευτυχίας του ’50 φόρος τιμής στον Βασίλη Σιουζουλή από τον φίλο του Άγγελο Πετρουλάκη!!!

Γραφή εξιλεωτική προς τιμήν μιας ολόκληρης γενιάς που μεγάλωσε μέσα στο ελάχιστο, αλλά ονειρεύτηκε μια ζωή με λιγότερη μιζέρια, με περισσότερη περηφάνια. Είναι η γενιά που μάτωσε παίζοντας στις αλάνες με το τίποτα, που ένιωσε αποδιωγμένη και που θέλησε να σταθεί στα πόδια της με την επιθυμία να μην ξαναζήσει χρόνια ξυπόλητα και πεινασμένα, χρόνια πέτρινα.

Σ’ αυτά τα πέτρινα χρόνια το Δομένικο έρχεται να διεκδικήσει αυτά που του ανήκουν και πρώτα απ’ όλα το μερτικό του στο θάνατο. Αυτό το μερτικό το πλήρωσε στο ακέραιο, τόσο σκληρά όσο λίγες περιοχές στην Ελλάδα. Και σ’ αυτό το χρέος του δηλώνω την υποταγή μου και καταθέτω την ευλάβειά μου.

Ας περιοριστώ όμως στο βιβλίο.

Η πρόθεση του συγγραφέα για επιστροφή στα χρόνια τα πέτρινα δηλώνεται εξ’ αρχής με μια αναφορά που επιβάλει σιωπή:

«Βρισκόμαστε στο χωριό. Είναι η μέρα που θ’ αφήναμε τον τόπο που ζήσαμε τόσα χρόνια, για να πάμε σε πόλη…
»…Το πέτρινο σπίτι το δίπατο, με τους ευρύχωρους οντάδες, με την αυλή, πέτρινη κι αυτή…
»…τα καλά και τα άσχημα, που ανάλογα τα κανόνιζε η φτώχια, που δεν ήταν απλώς στο κατώτατό της όριο, αλλά για χρόνια στο μη παρέκει. Και το μη παρέκει ήταν τόσο ξερό που δεν είχε θέση ζωντανός οργανισμός εκτός από μας, που οι πιο πολλοί είχαμε μάθει να ζούμε με το τίποτα. Πάντα οι γονείς, για να μην πεθάνουμε, κάτι έβρισκαν και στο τσακ γλιτώναμε».
Ακόμα μεγαλύτερη σιωπή επιβάλλει η επιστροφή της μνήμης του συγγραφέα στο κοινωνικό κλίμα της εποχής, που έμελλε να κόψει στα δυο τους Έλληνες και να τους στιγματίσει μ’ ένα μίσος δεκαετιών:
«Ο εμφύλιος αρχίζει. Οι νύχτες θορυβούν. Ποδοβολητά ζώων και πατημασιές ανθρώπων φτάνουν ως πάνω στα παραθύρια και περνούν μέσα και κρατάνε την αναπνοή των μεγάλων και τα μάτια τους γεμίζουν φόβο. Και η μέρα φοβισμένη κι αυτή, που μετρούσε με πολύ προσοχή όλα τα βήματά της. Τα μίση και τα πάθη αρχίζουν να χτυπούν πόρτες και όλη η ποταμιά είναι αναστατωμένη. Ακούμε για σκοτωμούς. Φοβούνται όλοι όλους, και οι πιο δειλοί και περισσότερο φανατισμένοι, οπλίζονται και σκοτώνουν…»

Ήδη ο συγγραφέας έχει ξεκαθαρίσει προθέσεις και στόχους. Δε μένει πια παρά να βρει το κουράγιο και να προχωρήσει βήμα με βήμα σε χρόνια που μάτωσαν έναν ολόκληρο λαό και σμίλεψαν με στερήσεις, ανασφάλειες, δάκρια και πένθος μια γενιά, τη γενιά του Δομένικου, τη γενιά του εμφύλιου, τη γενιά των μεταμφυλιακών χρόνων, τη γενιά των μεγάλων προσδοκιών και της προεξοφλημένης πίκρας.

Το κρίμα είναι ότι η Ελλάδα ξεχνά. Ανάμεσα στα ‘‘καφέ’’ και στα ‘‘ρεστοράντ’’, ανάμεσα στις ‘‘μπουτίκ’’ και στο ‘‘ντιζάιν’’, στον ‘‘ιν’’ και στο ‘‘άουτ’’, ανάμεσα στο ‘‘κουλάρισμα’’ και το ‘‘δικέ μου’’, δε χωρά η Ελλάδα του Δομένικου.

Μπορεί να φταίει το Δομένικο, που δεν ντύθηκε τα εγγλέζικά του και δεν αδελφοποιήθηκε με τη Μύκονο των μεταμοντέρνων ηθών και των γκέι, μπορεί να έφταιξε και η γενιά του Δομένικου που δεν απαίτησε, που δεν έφτυσε, που δεν έκανε την πίκρα της χαστούκι και δεν πήρε στο κυνηγητό και στις κλωτσιές τους τόσους δήθεν που ξεφύτρωσαν από το πουθενά και πια διαφεντεύουν τη ζωή μας ως βρικόλακες του νεοπλουτισμού και της παγκοσμιοποίησης.

Άλλωστε και το ότι ο Βασίλης Σιουζουλής έψαχνε, μάλλον απεγνωσμένα, να βρει εκδότη για την Ευτυχία του ’50, όταν η εκδοτική παραγωγή κατακλύζεται από παραπροϊόντα, δεν υποδηλώνει ότι τελικά υπήρξαμε γενιές που τηρώντας το μέτρο αφήσαμε την αμετροέπεια να διαφεντέψει τη ζωή του δικού μας τόπου και πια, σαν την Ευτυχία του ’50, έχουμε να καταθέσουμε μόνο τον απολογισμό της ήττας μας;

Πίσω απ’ τα παραθυρόφυλλα της ζωής μας ένα Δομένικο, ένας εμφύλιος, ένας Τύρναβος του ’50 με τον παπά και το χωροφύλακα, το κατηχητικό της υποταγής και τα κοινωνικά φρονήματα, οι ταμπέλες του δεξιού και του αριστερού, τα μαγαζάκια της παραπολιτικής και πια, μισόν αιώνα μετά, οι κοινωνικοί κύκλοι των επώνυμων, η ζωή με τις αρπαχτές, το ιερατείο των γκέι, οι δυναστείες των νεόπλουτων και η Ελλάδα των προσωπικών δεδομένων για να διαφυλάσσεται η τιμή των άτιμων και να χάνει η αξιοπρέπεια όλα τα σύμφωνα και τα φωνήεντά της.

Θαρρώ πως δεν ωφελεί σ’ ένα βιβλίο, που αναστηλώνει μέσα από μνήμες την πορεία μιας ολόκληρης γενιάς, ν’ αναζητούμε δομές και βασικές γραφές δημιουργικής γραφής. Τα μεγάλα του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά βρίσκονται στην αυθεντικότητα και στον ποιητικό ρεαλισμό του, ο οποίος αναπλάθει με πιστότητα τη σκληρότητα των εποχών, που κατά πως φαίνεται δεν πέτυχαν να διδάξουν τις επόμενες γενιές.

Όχι δε διδάχτηκαν οι γενιές από το διχασμό. Ούτε εκείνοι που θέλησαν να ηγηθούν των ονείρων μας διδάχτηκαν. Γι’ αυτό και η Ευτυχία του ’50 αποτελεί μνημείο και μνημόσυνο για όλα όσα χάθηκαν χωρίς να έχουν την ευκαιρία ν’ αφήσουν το άρωμά τους, παρά μόνο τη γεύση της ήττας. Προσωπικά θεωρώ ότι ο Βασίλης Σιουζουλής δεν έγραψε κανένα αφήγημα για την εξαδέλφη Ευτυχία.

Η Ευτυχία στάθηκε η δικαιολογία για να ξεδιπλώσει ό,τι βίωσε και πιο συγκεκριμένα το παράπονο μιας ολόκληρης γενιάς που είδε να θρυμματίζονται τα όνειρά της, όχι γιατί γεννήθηκαν μέσα στα ερείπια των πέτρινων χρόνων, αλλά γιατί δε στάθηκαν ικανά να οικοδομήσουν έναν ωραιότερο και πιο τίμιο κόσμο.

Δεν διδαχτήκαμε από το θάνατο.
Δε διδαχτήκαμε από τη φτώχεια.
Δε διδαχτήκαμε από την πείνα.

Ο εφησυχασμός μας γεννήθηκε τη στιγμή που νιώσαμε χορτάτοι και ασφαλείς στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μας, μ’ ένα μισθό στις τσέπες μας. Πίσω από τις λέξεις του Βασίλη Σιουζουλή σέρνεται αυτή η αλήθεια.

Μένω σ’ ένα ακόμα απόσπασμα, πασχίζοντας να ξορκίσω αυτόν τον εφησυχασμό και τολμώ, αυτό το απόσπασμα να το χαρακτηρίσω ως μια από τις πολλές κορυφαίες στιγμές του βιβλίου.

«Έτσι μ’ αυτά και …… σελίδα 80»
Ιδού, μόλις ακούστηκε μια ακόμα αλήθεια: «Όνειρα φτωχοντυμένα μέσα στην άγρια απαγόρευση της στεγνής ηθικής».
Δίπλα στο χωροφύλακα του τρόμου, ο παπάς της κόλασης. Και από κοντά ο γυμνασιάρχης των ‘‘χρηστών’’ ηθών και η γειτόνισσα του κουτσομπολιού. Χέρι με χέρι τα «πρέπει» με τα «μη». Τα εν χρω κεκαρμένα κεφάλια με τα μπαλωμένα παντελόνια. Τα εξόριστα παιδικά ερωτικά σκιρτήματα και τα επίσης εξόριστα φιλιά. Μια ηθική ανήθικη, όπως ανήθικα φακέλωσε τη ζωή
 μας η δικαιοσύνη των ισχυρών.

Όπως ήδη έχετε αντιληφθεί δεν έχω καμιά πρόθεση να μιλήσω για τη διαδρομή της ιστορίας του βιβλίου. Αυτό θαρρώ είναι υποχρέωση αυτού που θα το πάρει στα χέρια του και θα θελήσει να τιμήσει το Βασίλη Σιουζουλή, διαβάζοντάς το. Το μόνο κακό γι’ αυτόν που θα διαβάζει το βιβλίο και θα θελήσει να ταξιδέψει κάποιος στις μνήμες μιας ολόκληρης εποχής και στους στοχασμούς ενός σοφού, είναι πως θα το κάνει σε μια εποχή ιδιαιτέρως βρόμικη και ζοφερή.

Πώς να διαβάσεις και πώς να κλάψεις για ό,τι βίωσε η Ευτυχία του ’50 σε μια Ελλάδα εντελώς ξένη μ’ εκείνη που ονειρεύτηκαν όσοι ξεκίνησαν να πορεύονται με τη σεμνή Ευτυχία. Πώς να στοχαστείς όταν ξέρεις πως πια ζεις σ’ άλλον τόπο, αυτοεξόριστος στη χώρα του Καρβέλα και της Πάνια, αυτοεξόριστος στη χώρα της λαμογιάς, του Τσιτουρίδη και των κουμπάρων;

Πώς να πεις στα παιδιά σου για το ματωμένο παρελθόν όταν τα μπάζα που ακούνε στο όνομα Άτζελα Δημητρίου μιλούν για την αγωνία της ελληνικής πέτρας και τους σταυρούς που μετράμε γύρω μας από τις τόσες συμφορές;

Και πώς να ελπίζουν οι σοφοί σαν τον Βασίλη Σιουζουλή ότι μπορεί να έρθουν μέρες φωτεινές που θα οδηγήσουν την Ευτυχία του ’50 στη λύτρωση.

Advertisements

2 Σχόλια

  1. Τους πιο φωτεινους ανθρωπους,θα τους βρεις να σε περιμενουν στα σκοταδια σου…..ΧΑΡΑ ΔΟΥΛΓΕΡΑΚΗ.Καλημερα …..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: