• Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω

    Ξεχάστε με στη θάλασσα.....

    GAIVOTAS

    Να’ μουν πουλί θαλασσινό
    να ‘ρχόμουνα όπου είσαι…


    Choose your language
    to translate

    Πάνω από τις πατημασιές που αφήνουν οι οπλές των αλόγων

    καθώς οι άνθρωποι έφιπποι καλπάζουν

    ακολουθώντας τα τύμπανα της παραφροσύνης

    θα σκορπίζω τις στιγμές μας αγάπη μου σβήνοντας έτσι

    -αν και με πόνο- τα ίχνη από το μάταιο τούτο σπαραγμό.

    Για τους μακρινούς απόγονούς μας,

    όταν από ανάγκη κάποτε θα θελήσουν να μας πάρουν το κατόπι….

    μη και ματώσουν σε τούτους τους θρυμματισμένους καιρούς που αγαπηθήκαμε….

    Β.Π

  • free counters

    ΕΦΗ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ efigeo63@gmail.com

  • Blog Stats

    • 820,853 hits
  • Στον καθρέφτη του νερού Δυσπιστείς Την ίδια σου την όψη

  • ΣΗΜΕΡΑ ΓΙΟΡΤΑΖΕΙ

  • ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ…

  • Μπορεί αυτός ο κόσμος να είναι ένα λάθος αλλά οι κερασιές ανθίζουν

  • ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ – SOS 1056

  • Αγέραστες οι δίνες. Ο κύκλος αγέραστος σαν πνεύμα που περιφέρει τα ρόδια του από γενιά σε γενιά, αφήνοντας σαν χνάρι, το πουκάμισό του φιδιού, να περπατήσει ο απόγονος, να ξεγελάσει το Μινώταυρο και να αγκαλιάσει το φως και σένα!!!

  • WWF

  • Συγκεντρώνω τους πόθους μας, έτσι έξω από τους προμαχώνες έχω την πολιτεία μας στην καρδιά και έναν αόρατο στρατό με άρματα και άλογα βάζω στα δικά σου χέρια

  • Αρχείο

  • XAMOΓΕΛΑΣΤΕ

  • Πήγαινε στην παραλία σκύψε στη θάλασσα … ξεκίνα να μετράς τις σταγόνες του νερού.... Τόσο πολύ σ’αγαπώ!!!

  • Γ.ΡΟϊΛΟΣ 1867-1928

    Γ.ΡΟϊΛΟΣ 1867-1928 Οι ποιητές (π. 1919)

    Το DNA του Ποιητή

    Μίνα Παπανικολάου

    “Στα βιβλία της ζωής, που δεν γράφτηκαν ακόμα, στο αίμα των Ποιητών που θα ρέει πάντα ταγμένο στην Ουτοπία, στο θάνατο που νικήθηκε από το δάκρυ της αγάπης, στα παλάτια που χτίσαμε, αποκλείοντας τα σκοτάδια, στο Φως, Νυν και Αεί”
     
  • Κικλήσκω μέγαν, αγνόν, εράσμιον, ηδύν έρωτα, τοξαλκή, πτερόεντα, πυρίδρομον, εύδρομον ορμή, συμπαίζοντα θεοίς ηδέ θνητοίς ανθρώποις, ευπάλαμον, διφνή, πάντων κληίδας έχοντας

  • SYNC BLOGS

  • γλάροςΠου ακούμπησες τα λευκά σου φτερά και έγιναν γκρίζα; ρώτησε τον γλάρο μια πεταλούδα. - Πέρασα από την σκέψη ενός πικραμένου... ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ

  • Σώπασε…
    ένα σκυλί αλυχτάει μέσα στη νύχτα..
    Σώπασε…
    ένας κάδος απορριμμάτων
    λεηλατείται στα μουλωχτά έξω από την πόρτα μας.
    Σώπασε....
    Ένα κλάμα παιδιού σέρνεται στο δρόμο σα φίδι.
    Σώπασε…
    Δεν έχω πια λέξεις.
    Τις σκόρπισα όλες σε μικρές-μικρές φλογίτσες
    και περιμένω, βουβά να με αγκαλιάσεις απόψε…..
    ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ
  • ΑΝΕR' S TATTOO

    ΝΕΡΑΪΔΑ ΜΟΥ

    Kοιτώ τα μάτια σου και ταξιδεύω σε χίλιες παραμυθιένες λίμνες....

    μα πάντα μια η νεράϊδα....

    ΕΣΥ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ!!!!!!!

  • ''Άς χαρίσουμε στην λογική αλήτικες φτερούγες''

    Π.Ελυάρ

    Kι΄αμα πηδάω κάθε νύχτα

    από την κορυφή της λύπης μου δεν είναι απο συνήθεια ειναι γιατί η αλήθεια, κύριοι, προϋποθέτει ύψος.

    Γ.Στίγκας

    ΤΟ ΦΕΥΓΙΟ ΤΟΥ ΠΕΛΑΡΓΟΥ

    Μου μοιάζουνε οι πελαργοί

    σαν την ψυχή του ποιητή

    που και να θέλει δεν μπορεί

    στον τόπο του να μένει...

  • το πρώτο μου βραβείο

    ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΞΙΑΓΑΠΗΤΟΥ BLOG http://www.sync.gr/takis012/

Το «Πλατύ ποτάμι» του Γιάννη Μπεράτη

β

«Καμιά δεκαριά μέτρα πιο πέρα απ’ την έδρα του 50ου Συντάγματος ήταν ένας υψωμένος τάφος μ’ ένα μεγάλο-μεγάλο ξύλινο σταυρό. Τον είχαν περιποιηθεί αυτόν τον τάφο, είχαν υψώσει όλα τα πλάγια του με τούβλα και με πέτρες, έτσι που να πλαισιώνεται από παντού μ’ ένα ευπρόσωπο τοιχάκι, σαν τους συγκινητικούς πενιχρούς τάφους των δικών μας νεκροταφείων, όπου η στοργή κ’ η φροντίδα αντικαθιστά την έλλειψη του πλούτου – και τώρα, πάνω στο πεζούλι του καθόντουσαν τρεις στρατιώτες που μας κοιτούσανε αμίλητοι καθώς περνούσαμε.

»Μου φέρανε κάπου εκεί, δίπλα σ’ ένα παλιό γκρέμισμα που ’χα ανεβεί, το μουλάρι μου για να ξανακαβαλήσω. Πάνω στο μεγάλο ξύλινο σταυρό που άνοιγε τόσο περίεργα τ’ απλωμένα χέρια του εδώ πάνω μες στα έρημα βουνά, ήτανε γραμμένα στη σειρά το ’να κάτ’ απ’ τ’ άλλο με παχιά μαύρη μπογιά, πολλά ονόματα στρατιωτών. Ναι, είχανε πάει όλοι τους από κάποια αεροπορική επιδρομή, είπανε αργά-αργά οι στρατιώτες, που δεν κουνιόντουσαν από τη θέση τους πάνω στον τάφο. Τους βρήκε ακριβώς εδώ. Γι’ αυτό κάνανε ακριβώς εδώ τον τάφο.

Όλα ήτανε πατριωτάκια τους, νέα παιδιά.

»Ο ένας στρατιώτης έπαιζε αργά-αργά μες στα δάχτυλά του ένα κομπολόι. Κατέβαζε δυο-δυο τις χάντρες του και το κοιτούσε χωρίς να σηκώνει τα μάτια. Οι δυο άλλοι καπνίζανε και με κοιτούσαν κ’ οι δυο μες στο πρόσωπο. Είχαν μια τέτοια παραδοχή τα βλέμματά τους! Με κοιτούσαν ακόμη κι όταν καβάλησα κι όταν φώναξα πάλι πως: Μπρος! πάμε παιδιά».

Ο Γιάννης Μπεράτης πολέμησε στην Αλβανία, και το 1966 τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για τούτο το βιβλίο, το σπουδαιότερο που γράφτηκε για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του ’40. Το Πλατύ ποτάμι το κάνουν και στο σχολείο. Διαβάζεται εξίσου από έναν έφηβο κι έναν ενήλικα, απνευστί.

Είναι το Έπος της Αλβανίας δίχως ηρωισμούς, μα μ’ έναν πιο βαθύ ηρωισμό. Τον ηρωισμό του απλού ανθρώπου που δε θέλει μήτε να σκοτώσει μήτε να πεθάνει, αλλά που τον εξυψώνουν οι συνθήκες κι ένα ήθος που ’χει ριζώσει στην ανθρώπινη ψυχή χάρη στην ουσιαστική καλλιέργεια, και χάρη στη φιλοπατρία δίχως μισαλλοδοξία.

Κι ας μην κλείνει τα μάτια στην ανθρώπινη μικρότητα, κι ειδικά αφότου, με τη γερμανική επίθεση, το μέτωπο κομματιάζεται κι ο στρατός διαλύεται, ο Μπεράτης θέλει να βλέπει τ’ ανθρώπινο μεγαλείο, και στους ανθρώπους του βιβλίου του βρίσκει αξίες. Τούτο είναι το πρώτο που προσέχεις, κι ό,τι σου μένει πιο έντονα αφού έχεις διαβάσει και την τελευταία αράδα – πόση αξία δίνει η αφήγηση στον άνθρωπο, μέσα σε τούτον το χαλασμό του πολέμου, όπου η ανθρώπινη ζωή κρέμεται από μια κλωστή κι οι κακουχίες είν’ αδιανόητες.

Συντροφικότητα, φιλία, εκτίμηση, αγάπη, όλα έχουν θέση μέσα σ’ ένα όρυγμα όπου δυο άνθρωποι στριμώχνονται υπό μια βροχή από βλήματα πυροβολικού και όλμων. Και τούτη η τόση αξία που δίνεται στον άνθρωπο, δε θα μπορούσε να υπηρετείται παρά από το πιο ανυπόκριτο συγγραφικό ύφος. Πράγματι, πουθενά δεν υπάρχουν εκζητήσεις εδώ, πουθενά μεγαλοστομίες, πουθενά κάποια επίδειξη συγγραφικής δεινότητας. Και μολαταύτα η συγγραφική δεινότητα υπάρχει ακριβώς σε τούτη την απλότητα και την ευθύτητα. Η γλώσσα του Μπεράτη είν’ ανυπόκριτη, αλλά κάθε άλλο παρά απαίδευτη είναι.

Το ομολογεί κι ο ίδιος: «Να τις συμπεριλάβεις όλες (τις λεπτομέρειες) χωρίς, συγχρόνως, να φαίνεσαι (και να φαίνεται) πως συμπεριλαμβάνεις. Εδώ είναι όλο το στοίχημα. Δηλαδή, να τις τυλίγεις μέσα στην πιο φυσική σου φράση – τάχα χωρίς να τις κυνηγάς».

Ο Μπεράτης είναι αριστοτέχνης σκιτσογράφος. Με δυο γραμμές, που λέει ο λόγος, πετυχαίνει να σου δώσει ολοζώντανα καταστάσεις, πρόσωπα, χώρους. Οι περιγραφές του έχουν κίνηση και σφρίγος.

Αντί για διαλόγους χρησιμοποιεί τον πλάγιο λόγο κάποιου που σου μεταφέρει επί λέξει τα λόγια άλλου, κι έτσι κατορθώνει μια προφορικότητα, μια ζηλευτή αφηγηματική αμεσότητα.

Κάθε ιστορικό βιβλίο έχει τη θέση και την αξία του, μα κανένα δεν μπορεί να σου δώσει, σαν το Πλατύ ποτάμι, τον ψυχισμό των ανθρώπων που πολέμησαν στα βουνά της Αλβανίας, να σου δείξει δίχως διδακτισμό τι μεγάλο μπορεί να γίνει ο άνθρωπος κάτω από συνθήκες που τον αφανίζουν.

http://www.mybook.gr/

Advertisements

Ένα Σχόλιο

  1. Ο Γιάννης Μπεράτης γεννήθηκε το 1904 στην Αθήνα. Εργάστηκε ως υπάλληλος της Εθνικής Τραπέζης από το 1921 έως το 1930 και μετά στο Υπουργείο Τύπου. Με την έναρξη του πολέμου εργάστηκε στο τμήμα Ελέγχου Ξένων Ανταποκριτών. Το 1941 κατετάγη, ύστερα από επίμονες προσπάθειες και χάρη στην ιταλομάθειά του, ως εθελοντής στρατιώτης και σε λίγο πήρε τον βαθμό του έφεδρου ανθυπασπιστή διερμηνέα. Το 1943 κατατάχθηκε στον ΕΔΕΣ ως διερμηνέας για Ιταλούς αιχμαλώτους. Το 1944 επέστρεψε στην Αθήνα και από το 1945 εργάστηκε στη Διεύθυνση Τύπου και Πληροφοριών του Υπουργείου Εξωτερικών, υπηρεσία από την οποία τέθηκε σε τρίμηνη διαθεσιμότητα το 1946 και απολύθηκε το 1948, λόγω της δημοσίευσης του έργου του Οδοιπορικό του ’43. Από το 1949, εργάστηκε ως μεταφραστής στις εκδόσεις Γκοβόστη. Το 1958 προσελήφθη στο περιοδικό Ταχυδρόμος. Το 1959 παντρεύτηκε την Άννα Χάνδακα. Από το 1962, διαπιστώθηκε η προσβολή του από «χρονία λοίμωξη του νευρικού συστήματος και δη του νωτιαίου μυελού» και το 1968 πέθανε, ύστερα από πολύμηνη ασθένεια.
    Δημοσιευμένα έργα του Μπεράτη είναι τα: Διασπορά (1930), Αυτοτιμωρούμενος – ο Κάρολος Μπωντλαίρ ως τα τριάντα (1935), Στιγμές (1940), Οδοιπορικό του ’43 (1946), Στρόβιλος (1961), Το Πλατύ ποτάμι (ολοκληρωμένη έκδοση 1965, είχαν προηγηθεί τμηματικές δημοσιεύσεις από το 1942). Έγραψε όμως περισσότερα πεζογραφικά έργα τα οποία τελικά κατέστρεψε ή δεν δημοσίευσε ποτέ: «Σκέψεις» (1924), «Μπαρόκο» (1927), «Ένα ταξιδάκι τωρινό και ωφέλιμο», διήγημα (1928), «Δοστογιέβσκυ, ο άνθρωπος» (1936), «Σωσίας» (1957).

    Η κριτική για το έργο του

    Η αφηγηματική δεινότητα του Γ. Μπεράτη

    «Και στην τέχνη ο Γιάννης Μπεράτης είναι μάστορης. Σε πολύ λίγους συγγραφείς βρίσκει κανείς τόσο ανεπτυγμένη, όσο σ’ αυτόν, τη διπλή ικανότητα να βλέπουν και μαζί να μας μεταβιβάζουν άμεσα την αίσθησή τους. Λίγες αράδες, λίγες λέξεις τού αρκούν κάποτε για να περιγράψει ένα πρόσωπο, κι ύστερα το πρόσωπο αυτό μας γίνεται οικείο, το βλέπουμε, το αναγνωρίζουμε, ανακαλύπτουμε πως το ξέραμε από πάντα. Άλλοτε τον βρίσκουμε να γυρίζει επίμονα, να έρχεται και να ξανάρχεται γύρω σ’ ένα θέμα που μας φαίνεται ολότελα λεπτομερειακό. μα γρήγορα έρχεται η στιγμή που καταλαβαίνουμε ότι η λεπτομέρεια αυτή έγινε ατμόσφαιρα, μας έχει τυλίξει, μας έχει κατακτήσει.[…]
    Μα τα θέλγητρά του, τα μυστικά της τέχνης του είναι πολλά, κι ούτε είναι πάντα εύκολο να τ’ αποκαλύψει κανείς. Έτσι, δίπλα σε όσα σημείωσα, θα ήθελα μερικά να τα τονίσω ιδιαίτερα, είτε ακριβώς γιατί δένουν με τη μεγάλη παράδοση της τέχνης είτε γιατί ανανεώνουν. Στην πρώτη κατηγορία, θα τόνιζα ιδιαίτερα την απλότητα του ύφους του, απλότητα σοφή, που από ξεκαθάρισμα σε ξεκαθάρισμα καταλήγει να δίνει μόνο την απαραίτητη ουσία. απλότητα, δηλαδή, καμωμένη από πλούτο και από θυσία, όχι από φτώχεια, ανεπάρκεια ή δειλία. Ο αναγνώστης δεν κοπιάζει στο διάβασμα, γιατί όλον τον κόπο τον κράτησεν ο συγγραφέας για τον εαυτό του. Η ευκολία του ύφους είναι στον Μπεράτη καρπός κόπου μακρού, και εναγώνιου στοχασμού μπροστά στα προβλήματα της τέχνης.
    Σαν προσφορά δική του στην πεζογραφία μας, θα ήθελα να μνημονεύσω τον ιδιαίτερο τρόπο της αφήγησής του. Δεν εννοώ την εξαιρετική ζωντάνια και τη γοργότητα του λόγου του και της περιγραφής του, αλλά κάτι άλλο: είτε στο διάλογο είτε στην αυτοπεριγραφή, δίνει συχνά μια μορφή πλάγια. Στην πρώτη περίπτωση, εξωτερικεύει το άκουσμα του διαλόγου από τον συνομιλητή, περνώντας έτσι πάλι την αντικειμενική πραγματικότητα μέσ’ από το διυλιστήριο της ανθρώπινης ψυχής. Στη δεύτερη περίπτωση, στην αυτοπεριγραφή, της δίνει συχνά τον τύπο του διαλόγου, σπάζοντας κάθε μονοτονία και ανανεώνοντας αδιάκοπα το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Οι λιγοστές εικόνες του έχουν κι αυτές συνήθως τη μορφή της προσωπικής εντύπωσης: δεν αποβλέπουν στο να θυμηθεί κάτι γνωστό του ο αναγνώστης, αλλά στο να υποβάλουν την εντύπωση που είχε ο αφηγητής».

    (Κ. Θ. Δημαράς, πρόλογος στο Πλατύ ποτάμι)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: